ΠΑΥΛΟΣ
– ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΥΒΕΡΝΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
-
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
Η
διαδρομή προς την ψηφιακή εποχή και τις
κοινωνίες της πληροφορίας αποτέλεσε
μια μεταβατική περίοδο μεγάλων αλλαγών
παγκόσμια, τόσο σε ατομικό όσο και σε
διεθνές επίπεδο. Η ραγδαία αύξηση της
χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών
και η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών δικτύων
επικοινωνίας ανακατέταξε τις ανθρώπινες
κοινωνίες σε όλα τους τα επίπεδα. Σε
αυτήν την περίοδο, όπου διαφαίνεται η
τάση που ονομάστηκε Μετά-Μοντερνισμός
υπέρ-αναλύθηκαν όλα τα κοινωνικά επίπεδα,
από το παραγωγικό έως του εποικοδομήματος
και κοσμικές αλλαγές συντελέστηκαν
στον τρόπο που οι άνθρωποι σαν άτομα
αντιλαμβάνονται, οντολογικά, τόσο τον
εαυτό τους όσο και την θέση τους στον
κόσμο, με κύρια χαρακτηριστικά την κρίση
ταυτότητας, την αδυναμία επεξήγησης
της πραγματικότητας και η απώλεια της
ηθικής διάστασης της ζωής. Η τάσεις
αυτές αρχικά συντελέστηκαν στον Δυτικό
κόσμο και επεκτάθηκαν σταδιακά και στον
υπόλοιπο πλανήτη, επηρεασμένες από
τομές στην φυσική έρευνα όπως η θεωρία
της σχετικότητας και η κβαντική θεωρία
συντέλεσαν στην μαζική εξατομίκευση
των μελών των κοινωνιών και η δημιουργία
ενός γενικότερου κλίματος, μεταφυσικής
φύσης, το οποίο θα ήταν εύστοχο να
ονομάζαμε “Χάος”.
Ένα
σημαντικό κομμάτι ανάπτυξης αυτής της
περιόδου ήταν η ανάπτυξη των “Ψηφιακών
υπό-κουλτούρων”, οι οποίες μετέφεραν
την προ-ιστορία των μέχρι τότε ομάδων
υπό-κουλτούρας στις ψηφιακές πλατφόρμες,
επιχειρώντας να συνθέσουν ένα καινούργιο
περιβάλλον. Από αυτό το ρευστό περιβάλλον
αναδύθηκαν νέες τάσεις στην τέχνη, από
την λογοτεχνία και την μουσική έως τα
κινούμενα σχέδια, που είχαν ως φιλοδοξία,
κατά κάποιο τρόπο, να αποτελέσουν την
αιχμή του δόρατος στην πρόβλεψη και
κατασκευή του νέου τρόπου ύπαρξης που
ευαγγελίζονταν η είσοδος στην ψηφιακή
εποχή, με κυρία τάση, και επίκεντρο αυτής
της εργασίας, το “Κυβερνό-Πάνκ”. Ένας
κάλος τρόπος για να αρχίσουμε την
παρουσίαση του Κυβερνο-Πάνκ είναι η
ανάλυση των συνθετικών του, της
“Κυβερνητικής” και του “Πάνκ” και να
κάνουμε μια εισαγωγή στις έννοιες που
χρησιμοποιήθηκαν και δημιουργήθηκαν
εντός αυτής της τάσης καθώς και του
περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτό
αναδύθηκε.
Η
Κυβερνητική (Cybernetics)
ως όρος έχει ρίζες από το ελληνικό
ουσιαστικό “Κυβερνήτης” και ορίζεται,
σύμφωνα με τον Wiener
ως “Η επιστήμη ελέγχου και επικοινωνίας
σε πολύπλοκές ηλεκτρονικές μηχανές και
το ανθρώπινο νευρικό σύστημα”[Wiener,1948].
Η κυβερνητική, ως επιστήμη, έκανε ασαφή
τα όρια μεταξύ έμβιων όντων και
ηλεκτρονικών συστημάτων καθώς, οντολογικά,
προσεγγίζει και τα δύο ως συστήματα
επικοινωνίας, πληροφορίας και
ανατροφοδότησης και δημιουργεί αναλογίες
μεταξύ των βίο-νευρικών και ήλεκτρο-ψηφιακών
συστημάτων. Αυτή η προσέγγιση ήταν άμεσα
συνδεδεμένη με τις αλλαγές που συντελούνταν
στον τρόπο προσέγγισης των κοινωνιών
και των ατόμων και είναι χαρακτηριστική
η σημασία της αλληλεπίδρασης μεταξύ
των καλλιτεχνών και των επιστημόνων
στην ανάπτυξη της προσέγγισης αυτής,
με τις ομάδες αυτές να ανατροφοδοτούνται
η μία από την άλλη. Η τριβή και η
αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο αυτών
ομάδων είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση
από τον άνθρωπο ως κεντρική και στατική
έννοια και η εισαγωγή της έννοιας του
κυβερνητικού οργανισμού (Cyborg).
Το
Πάνκ, ως όρος, είναι γνωστός ως μια τάση
που αναδύθηκε αρχικά στην Βρετανία κατά
τα τέλη του '70 και συνέχισε την πορεία
του κατά την δεκαετία του '80, με κύρια
χαρακτηριστικά τον μηδενισμό, την
αποστροφή στις παραδοσιακές αξίες και
την αντίθεση του στην κυρίαρχη κουλτούρα,
τα κέντρα συγκεντρωτισμού δύναμης και
τον στατικό χαρακτήρα των κοινωνιών,
συνδέεται άμεσα με την διαδικασία της
αποδόμησης των Δυτικών κοινωνιών, με
καταστάσεις κοινωνικής ανομίας και
“δεν αντιστέκεται στην ροή των κοινωνιών,
ούτε προσποιείται την χάραξη κάποιας
πορείας εντός αυτών”[Kadrey,
1988:21]. Ως τάση, όπως και προηγούμενα
ιστορικά παραδείγματα όπως το κίνημα
των Μπίτνικ την δεκαετία του ’50 και οι
Χίπις την δεκαετία του ’60, επέδειξε
μεγάλη δημιουργικότητα και δυναμική,
που χάθηκε όμως όταν απορροφήθηκε από
την κυρίαρχη κουλτούρα, μέσω του
κοινωνικού μηχανισμού ανατροφοδότησης.
Το
περιβάλλον μέσα από το οποίο ξεπήδησε
η τάση του Κυβερνοπάνκ ήταν μια περίοδος
όπου ο ψυχρός πόλεμος είχε διανύσει ήδη
μερικές δεκαετίες πορείας, οι μνήμες
του Β Παγκοσμίου πολέμου ήταν ακόμα
ζωντανές, η απότομη διατάραξη του
οικοσυστήματος της Γαίας από την βαρεία
βιομηχανοποίηση είχε αρχίσει να γίνεται
αισθητή και η στατικότητα τόσο του
Δυτικού συστήματος όσο και των χωρών
του Ανατολικού μπλοκ είχε αρχίσει να
αμφισβητείται εντός και εκτός αυτών.
Οι συσσωρευμένες γνώσεις δεκαετιών
επάνω στο σύστημα δράσης – αντίδρασης
εντός των κοινωνιών και η ανάγκη για
περισσότερη ατομική ελευθερία από την
μία πλευρά και πιο άμεση, μαζική και “εν
τω βάθος” επικοινωνία από την άλλη ,
είχαν ως αποτέλεσμα ένα κύμα προβλέψεων
για το “Δυτικό τέλμα”. Μέσω της ραγδαίας
ανάπτυξης των δικτύων επικοινωνίας και
των τεχνικών του προγραμματισμού,
δημιουργήθηκε σταδιακά μια κοσμοθεώρηση
που πλησιάζει πιο πολύ τις προβιομηχανικές
θεωρήσεις του σύμπαντος που απαντώνται
στις προ-βιομηχανικές κοινωνίες, όπως
για παράδειγμα οι Αβοριγίνες της
Αυστραλίας, οι Ιθαγενείς της Βόρειας
και Νότιας Αμερικής και η προ-Χριστιανική
και προ-Μουσουλμανική Ευρασία. Όπως
είπε ο Wiener
“ Τροποποήσαμε το περιβάλλον μας τόσο
ριζικά, που τώρα πρέπει να τροποποιήσουμε
τους εαυτούς μας προκειμένου να υπάρξουμε
σε αυτο το νέο περιβάλλον.”[Wiener,1948]
Η
πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος
Κυβερνοπάνκ ήταν το 1983 στο σύντομο
διήγημα του Bruce
Bethke
με την ονομασία “Cyberpunk”.
Αρχικά, ως κίνημα τέχνης επικεντρώθηκε
σε ένα μελλοντικό περιβάλλον όπου
επικρατούσε ένας συνδυασμός υψηλής
τεχνολογίας και χαμηλού βιοτικού
επιπέδου (Low
life
– High
tech)[Bethke:1983].
Κύρια χαρακτηριστικά του είδους ήταν:
H
Βαριά ενασχόληση με φιλοσοφικά ζητήματα.
Η
αντιπαλότητα μονολιθικών οργανισμών
με μοναχικούς (κατά κανόνα) Κυβέρ-οργανισμούς.
Η
επικέντρωση, θεματολογικά, στην βία,
τον σεξισμό και την χρήση ναρκωτικών.
Μια
πουριτανική απόρριψη του σώματος.
Οι
σωματικές επεμβάσεις.
Η
απόρριψη/αποδοχή της Καρτεσιανής
διχοτομίας σώματος-πνεύματος.
Η
επικέντρωση στην σημασία της μνήμης
ως κομμάτι, είτε των υπολογιστικών,
είτε των νευρικών συστημάτων.
Η
έλλειψη ενδιαφέροντος στην βιολογική
αναπαραγωγή.
[Kevin
McCarron]
Η
περίοδος κατά την οποία το Κυβερνο-πάνκ,
ως μεταμοντέρνο κίνημα τέχνης, ήταν στο
απόγειο της δυναμικότητας του ήταν από
τα μέσα του ’80 έως και και τις αρχές του
’00. Τροφοδοτήθηκε τόσο από καλλιτέχνες
όσο και τεχνικούς στον τομέα των
ηλεκτρονικών υπολογιστών και των δικτύων
επικοινωνίας, με τους μεν να ανατροφοδοτούν
του δε ,μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος
τριβής διηγημάτων, επιστημονικών
ερευνών, συζητήσεων σε διαδικτυακά
Φόρουμ, κινουμένων σχεδίων, εφευρέσεων
μηχανικής φύσης, ψηφιακής τέχνης και
μουσικών συγκεντρώσεων Διονυσιακής
φύσης. Η κατανόηση του κόσμου τον οποίο
πραγματεύεται αυτό το ρεύμα τέχνης
είναι δομικής σημασίας για την κατανόηση
του ρεύματος αυτού. Ο Κόσμος αυτος είναι
ένα μετά-βιομηχανικό περιβάλλον με
κύρια χαρακτηριστικά την πολύ-πολιτισμικότητα,
την μειωμένη παρουσία ή και απουσία
εθνικών οντοτήτων και την διαπλόκη των
επι-μέρους οργανώσεων που αποτελουν
κομμάτια του ρευστού αυτου πάζλ. Εκτός
όμως από το παραπάνω περιβάλλον οι
χαρακτήρες των διηγημάτων αυτών κινούνται
και σε ένα άλλο περιβάλλον, που υπάρχει
παράλληλα με αυτό της “υλικής
πραγματικότητας”, η εικονική πραγματικότητα
(Virtual
reality)
ή αλλιώς Κυβερνοχώρος(Cyberspace).
Ο
κυβερνοχώρος ως όρος, χρησιμοποιήθηκε
για πρώτη φορά στο διήγημα του William
Gibson
“Neuromancer”
το 1984 και αποτελεί μια “συναινετική
ψευδαίσθηση στην οποία παίρνουν μέρος
χρήστες υπολογιστικών συστημάτων
(Gibson, 1984). Η έννοια του κυβερνο-χώρου
τροφοδότησε βαρεία την πορεία προς την
εποχή της πληροφορίας καθώς εννόησε
την πραγματικότητα ως πολύ-επίπεδη,
σχετική και από κάποιες οπτικές, ως
ψευδαίσθηση. Εκτός από τα παραπάνω, ο
κυβερνοχώρος αποτέλεσε το επίκεντρο
της απόρριψης ενός παλαιότερου κόσμου,
αλλά και της αντιδιαστολής μεταξύ των
“Τεκνό-ουτοπιστών” και των
“Τεκνό-δυστοπιστών”, με τους πρώτους
να οραματίζονται την δημιουργία και
ύπαρξη ψηφίακων συλλογικών κοινοτήτων
και απόλυτη ατομική απελευθέρωση και
τους δεύτερους να αντιλαμβάνονται την
τεχνολογίες της πληροφορικής συμβάτες
με νέες τάσεις απολυταρχικού ελέγχου.
Οι τεκνο-ουτοπιστές ανήκουν σε
μεταγενέστερα κύματα αυτης της τάσης
και κατηγορήθηκαν απο πολλές πλευρές.
Ακαδημαϊκοι όπως ο Levy
και ο Leary
έγραφαν για έναν κόσμο όπου επικρατεί
“οικουμενικότητα χωρίς απολυτότητα”[Levy:1987]
με κατοίκους τα εξιδανικευμένα όντα
για τα οποία έγραψε ο Leary.
Το περιβάλλον του κυβερνοχώρου το οποίο,
συμφώνα με τους Τεκνο-ουτοπιστές,
κατοικείται απο θέοτητές οι οποίοι
ξεφύγαν απο τα υλικά δεσμά και ειναι
ελεύθερα να ασκήσουν την “απόλυτη
ελευθερία τους” μάλλον ανήκει στην
σφαίρα των περιπτώσεων που ο Καστορίαδης
περιέγραψε ώς “σαραβάλιασμα της Δύσης
εντός μιας πολιτικής κρισης και διάβρωσης
του κοινωνικού φάσματος”[Castoriades,
1991], με τους ανθρώπους να ζούνε ψευδαισθήσεις
παντοδυναμίας στον κυβερνοχώρο, ενώ
ουσιαστικά οι πράξεις τους να αποτελούν
αποφυγή της πραγματικότητας και ο
κυβερνοχώρος να θεωρείται λανθασμενα
ένα αποκομμένο και αυτόνομο περιβάλλον,
πλήρως απομονομένο απο πολιτικούς,
πολιτιστικούς κτλ συσχετισμούς δυνάμεων.
Οι
χαρακτήρες που κινούνται εντος και
εκτος του κυβερνοχώρου ειναι όντα τα
οποια, στην καλύτερη περίπτωση, δεν
εχουν ακριβώς ανθρώπινη φύση. Οι
κυβερνητικοί οργανισμοί είναι όντα που
εμπεριέχουν τοσο μια βιο-φυσική οσο και
μια τεχνο-πολιτιστικη υπόσταση. Στην
πιο “ελαφριά” εκδοχή τους είναι άτομα
- χρήστες του κυβερνοχώρου και στην πιο
“ακραία” αποτελούνται απο καθαρή
πληροφορία. Σύμφωνα με την Haraway,
ο κυβερ-οργανισμός
είναι:
Ένα
όν ενός μετα-φυλετικού κόσμου.
Κοινωνικός
και πολιτικός μέντορας.
Αντιδραστικός,
ουτοπικός χωρίς όμως αθωώτητα.
Αποφασιστικά
δεσμευμένος στην μεροληψία, την ειρωνία,
την οικειότητα και την διαστροφή.
[Haraway,
Donna]
Είναι
δηλαδή ενα υπερβατικό όν που ασφυκτία
στο “περιορισμένο του περιβάλλον.
Η Anne
Balsmamo
αναλύωντας το διήγημα του Pat
Cadigan
“Synners”
έκανε την εξής ταξινόμηση των χαρακτηρων
ως προς την αντιδρασή τους στην τεχνολογική
πραγματικότητα:
Η Σάμ
αποτελεί το εργαζόμενο σώμα. Χρησιμοποιεί
την τεχνολογία εργαλειακά, αναλαμβάνει
την δύσκολη και ουσιαστική εργασία και
έναν γενικότερο “αρχετυπικό” ρόλο
μητέρας.
Ο
Γκάμπε αποτελεί το “καταπιεσμένο”
σώμα. Χρησιμοποεί την τεχνολογία για
να απομονωθεί απο το υπόλοιπο κοινωνικό
σύνολο και βρίσκεται σε μια γενικότερη
κατάσταση παρακμής.
Η
Τζίνα αποτελεί το σημαδεμένο σώμα.
Χρησιμοποιεί την τεχνολογία για
επικοινωνιακούς σκοπούς.
Αποτελεί αντικείμενο
αισθητικής και σεξουαλικής φύσης.
Ο
Μάρκ αποτελεί το “εξαφανιζόμενο”
σώμα. Χρησιμοποιεί την τεχνολογία
προκειμένου να εξαυλωθεί σε ενα “ανώτερο”
επίπεδο.
Ουσιαστικά
οι κυβερ-οργανισμοί αποτελούν μια
πρόταση εξέλιξης το οποιο θα ελυνε ή
αντιμετώπιζε καλύτερα το πρόβλημα “
της μετατροπής των σωματικών λειτουργιών
για προσαρμογή σε διαφορετικά
περιβάλλοντα”[Clynes
and
Kline,
1960].
Η
διαδρομή του Κυβερνοπάνκ ήταν μεταβαλλόμενη
και πολυετής. Σύμφωνα με τους Macek
και Metykova,
ιστορικά, η πορεία του cyberpunk
μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους:
Η
πρώτη περίοδος χρονολογικά ορίζεται
απο τα τέλη της δεκαετίας του '50 και
κατά την διάρκεια του '60. Φοιτητές,
προγραμματιστές και ακαδημαϊκοί
ερευνητές στα πεδία της κυβερνητικής,
της πληροφορικής και των επιστημών
Η/Υ, τροφοδοτημένοι κοινά από μια ηθική
ανοικτής πρόσβασης στην πληροφορία
έκαναν τις πρώτες κοινότητες ‘Χάκερ’.
Όπως και το υπόλοιπο κίνημα αντι-κουλτούρας
της, έβλεπαν εχθρικά τους μονολιθικούς
οργανισμους συγκεντρωτικής εξουσίας,
το κομματι όμως στο οποίο πραγματικά
διαφοροποιηθήκαν ηταν τα κομματια της
από-αισθητικοποίσης του σώματος και
την εμφαση που εδιναν στην ευφυϊα και
στην δεξιοτεχνια του ατόμου. Αυτή είναι
η περιοδος κατά την οποιο εγινε η
αναπτυξη του Arpanet,
του προγονου του Ιντερνετ, η σύνθεση
του ‘Υπερ-κειμένου’(Hyper-text)
και η σύλληψη του Κυβερνητικου οργανισμου.
Η
δέυτερη περίοδος ορίζεται από τις αρχές
ως τα μέσα της δεκαετιας του ’70.
Χαρακτηρίζεται από την μαζικοποίηση
της προσβασής στην τεχνολογία και την
δημιουργια μικροτερών υπολογιστών.
Κατά την διαρκεια αυτης της περιοδου
οι ομάδες των Xακερ
επεκταθηκαν. Παράδειγμα μιας τέτοιας
ομάδας ηταν οι Homebrew
Computer
club,
που συστάθηκαν στις 25 Μαρτίου του 1975
και μεσά σε ένα χρόνο ανέπτυξαν ένα
φόρουμ 700 ατόμων.
Κατά
την Τρίτη περίοδο επιταχύνθηκε η
διασπορά των ατομικών υπολογιστών(
στις περιοχές της Δυτικής Ευρώπης και
Βόρειας Αμερικής), αναπτύχθηκαν τα
δημόσια δίκτυα υπολογιστών και άρχισε
το λογοτεχνικό κίνημα του Cyberpunk.
H
τέταρτη και τελευταία περίοδος
εντοπίζεται στα τέλη της δεκαετίας του
’80 εώς τα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Δυο τεχνολογίς που χαρακτήρισαν αυτην
την περίοδο ήταν η Γραφίκη διάδραση
χρηστών (GUI
– Graphical
user
interface)
και το Παγκοσμιος Ιστός (WWW
– World
Wide
Web).
Σε αυτην την περίοδο το Κυβερνο-πάνκ
αρχισέ την αρχή του τέλους του, καθώς
ο πυρήνας του κινήματος του Κυβερνο-πάνκ
απορροφήθηκε από την κοινωνική πλειοψηφία
και οικειοποιήθηκε από Avant-Garde
ακαδημαικους κύκλους.
Παρά
την ασάφεια και την πληθωρικότητα που
το χαρακτήρισε, το Κυβερνο-πανκ αποτέλεσε
παρασκηνιακα ένα από τα πιο σημαντικα
κομματια της πορείας προς τον 21ο
αιώνα και τις αλλαγες και ανακαταταξεις
που τα ατομα και οι κοινωνιες σε όλα
τους τα επίπεδα βιώνουν παγκοσμία. Ισώς
τελικα η τεχνολογία στην μετα-βιομηχανικη
εποχη να μην χρησιμευσευσε μονο ως
εργαλειο προοδου αλλα και ως γεφυρα για
αφυπνηση πιο αρχαίων ενστκτών.