Ήταν κάποτε σε μία παλιά παραδοσιακή ταβέρνα στο κέντρο της Αθήνας, Ελλάδα, ένας νεαρός βοηθός σερβιτόρου, ειδικότητος πασαδόρου.
Όπως οι περισσότεροι στην Αθήνα εκείνης της περιόδου, ο πασαδόρος μας ηταν σε κακή διάθεση τόσο καιρό, που είχε σχεδόν ξεχάσει πως είναι το να είσαι ήρεμος.
Οι μέρες του περνούσαν με βαρεμάρα, νεύρα και άγχος. Τσακωνόταν σχεδόν με όλους και όλες και ηταν πολυ στεναχωρημένος και θυμωμένος, όχι μόνο με τους άλλους, άλλα και με τον εαυτό του.
Ένα μεσημέρι μιάς πάρα πάρα πάρα πολύ ζεστής καλοκαιρινής μέρας, ο πασαδόρος μετέφερε λαχανικά, κυρίως ντομάτες, κόκκινα κρεμμύδια, αγγούρια, ρίγανη, πιπεριές και καρπούζια απο την αποθήκη πρός την κουζίνα.
Του το είχε ζητήσει σαν χάρη ο μάγειρας.
Η πόρτα της κουζίνας με την πόρτα της αποθήκης είχαν απόσταση περίπου 30 μέτρων, και ο πασαδόρος μας έπρεπε να κουβαλήσει όλα αυτά τα πράγματα περνώντας ανάμεσα απο παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Τον τσάντιζε ιδιαίτερα ο ηλίθιος που πάρκαρε το αυτοκινητό του μπροστά απο την πόρτα της αποθήκης, δυσκολέυοντας αρκετά την ήδη άχαρη αγγαρεία.
πιθανόν ήταν κάποιος απο τους αδιαφόρητους πελάτες του απέναντι καφέ, άλλα ποιός ξέρει;
Καθώς κουβάλαγε τα καρπούζια σκεφτότανε ότι δεν θα στεναχωριότανε και τόσο, αν του έπεφτε κάποιο και έσπαζε το μπαρμπρίζ του αυτοκινήτου.
Θα μπορούσε τότε, να έχει εναν ανούσιο τσακωμό με τον ιδιοκτήτη του.
Καθώς τα σκεφτότανε αυτά, τον πλησιάσανε δύο παιδάκια, ένα αγοράκι με ενα μπαγλαμαδάκι στη πλάτη και ενα κοριτσάκι με μια τσαντούλα γεμάτη κόκκινα, λευκά και κίτρινα τριαντάφυλλα.
Και τα δύο τους, θα'ταν δεν θα'ταν δέκα χρονών.
Σίγουρα ηταν αδερφός και αδερφή.
Από την εμφανισή τους, την άγρια και ταλαιπωρημένη, κατάλαβε οτι είναι Τσιγγανόπουλα.
Ο πασαδόρος μας συμπαθούσε γενικά τους τσιγγάνους, ομολόγουμενως χωρίς όμως να τους εμπιστεύεται απόλυτα. Συμπαθούσε όμως πάρα πολύ όλα τα παιδάκια, ανεξαρτήτως από πού είναι.
-Σας παρακαλούμε κύριε...διψάμε!
Μπορείτε να μας δώσετε λίγο νερό;
Είπε το κοριτσάκι, ενω το αγοράκι τον κοίταζε ψυχρά και άγρια, λές και διάβαζε εκείνη την στιγμή όλη την ιστορία της ζωής του.
Ο πασαδόρος μας τους χαμογέλασε.
-Φυσικά γλυκιά μου.
Τους έφερε απο την αποθήκη δύο μεγάλα μπουκάλια νερό, ένα για το καθένα.
Αυτά άρπαξαν τα μπουκάλια με το νερό και ήπιαν τουλάχιστον το μισό μπουκάλι μονορούφι.
-ΆααααΆχχχ!!!
Έκαναν και τα δύο τους.
Γούρλωσαν τα πελώρια μαύρα ματάκια τους,
του χαμογέλασαν και του είπαν ταυτοχρόνως:
-Ευχαριστούμε πολύ κύριε!!!
-Τίποτα, τίποτα.
Απάντησε αυτός.
Προχώρησε με τα καρπούζια πρός την κουζίνα.
Τον ακολούθησαν.
-Εδώ δουλεύετε κύριε;
Τον ρώτησε εκείνη.
-Ναί.
Απάντησε αυτός.
-Κάθε μέρα είσαι'δώ;
Τον ρωτησε εκείνος.
-Ναί.
Απάντησε αυτός.
Έφτασαν στην είσοδο της ταβέρνας.
Τα παιδάκια πήγαν να μπούν και αυτά, άλλα τα είδε ο υπεύθηνος και αγριεμένος τα έδιωξε λέγοντας δυνατά:
- Τί κάνετε εσείς εδώ; Γρήγορα εξαφανιστείτε!
Άρχισαν και τα δύο να τρέχουν, ρίχνωντας ένα κρυφό χαμόγελο στον πασαδόρο μας, ο οποίος τους ανταπέδωσε το μειδίασμα.
Περάσαν δύο ή τρείς μέρες, δεν είμαι τόσο σίγουρος.
Την ώρα που ο πασαδόρος μας έτρεχε πάνω κάτω κουβαλώντας δίσκους με πιάτα, ξανάρθαν τα παιδάκια.
-Ε, Σόκερντε;
Του φωνάξαν.
-Σοκερέσα Λατσχάς.
Τους φώναξε καθώς έτρεχε.
Τα ματάκια τους έλαμψαν.
-Μιλάς τα Ρομάνι;
Τον ρώτησαν.
-Λίγο, λιγάκι.
Τους απάντησε.
Μεγαλώνοντας και αυτός στην Αθήνα, είχε μάθει μερικές βασικές λέξεις.
Πήγαν να μπούνε μέσα (πάλι), άλλα ένας απο τους σερβιτόρους του μαγαζιου τα σταμάτησε και τους είπε ότι δεν μπορούν να μπούν, γιατί ενοχλούν τους πελάτες.
Γενικά, τα Τσιγγανόπουλα έχουν τη φήμη ότι κλέβουν και κάνουν ζαβολιές. Κάποιες φορές είναι αλήθεια, άλλες ψέμματα. Στή συγκεκριμένη περίπτωση, απλά θέλαν να πουλήσουν λουλούδια.
Τους χαμογέλασε και με μελαγχόλικο ύφος τους είπε οτι θα ήταν καλύτερα να φύγουν.
Τον κοιτάξαν στα μάτια με σοβαρότητα.
-Καλά.
Είπανε ταυτόχρονα και φύγανε, το κοριτσάκι χοροπηδώντας και το αγοράκι τραγουδώντας δυνατά, χωρίς να κοιτάξουν πίσω.
Ο πασαδόρος μας τότε θυμήθηκε ένα σκηνικό απο μια παιδική χαρά.
Τα Ελληνόπουλα με τους γονείς τους απο τη μια πλευρά και τα Τσιγγανόπουλα με τους δικούς τους απο την άλλη. Η Τάξη και το Χάος. Τα Ελληνοπούλα έπαιζαν φρόνιμα και ήσυχα με τα παιχνιδάκια τους ενω τα Τσιγγανόπουλα φωναζαν, κυνηγιοντουσαν και πετούσαν δυναμιτάκια.
Στο σκηνικό αυτό, ο πασαδόρος μας θυμόταν οτι Τα Ελληνόπουλα καποιές στιγμές κοιτούσαν με λίγο δέος και λίγη ζήλια τα Τσιγγανόπουλα, μάλλον λόγω της Ελευθερίας τους, ενώ τα Τσίγγανοπουλα κάποιες στιγμές κοιτούσαν με λίγη μελαγχολία και λίγη ζήλια τα Ελληνόπουλα, πιθανόν λόγω της Ασφαλειάς τους.
Μεχρί να τελείωσει την αναδρομή στο παρελθόν, τα δύο Τσιγγανόπουλα είχαν περάσει την γωνία του δρόμου.
Περάσαν δύο ή τρείς μερες, ισως και μια, πραγματικά δεν ειμαι σίγουρος.
Ένα βράδυ, έξω απο την ταβέρνα έσκασε το ασκέρι.
Τα παιδάκια ήρθαν φέρνοντας μαζί το καραβάνι τους, χαχαχά!
Γυναίκες και κοπέλες να πειράζουν τους περαστικούς και να τους πουλάνε μπαλόνια και τριαντάφυλλα, άντρες και παλικαράκια να παίζουν μουσική!
Χαμός στον δρόμο.
Οι ψευτοκυριλέ περαστικοί να ενοχλούνται, τα παιδάκια να τσιμπάνε τα μπαλόνια και τα ζευγαράκια να αγοράζουν τριαντάφυλλα. Ανέβηκε η κίνηση!
Το αγοράκι και το κοριτσάκι σταθερά,
αυτη με τα τριανταφυλλα, αυτος με το μπαγλαμα.
Χαμογελάγαν στον πασαδόρο μας.
Τους χαμογελούσε και αυτός.
Κάποσος καιρός πέρασε. Μια μέρα, μετά απο μεγάλες, πολλές και απότομες αλλαγές στη ζωή του, ο πασαδόρος μας πήρε την απόφαση να αλλάξει δουλειά και πόλη.
Η πόλη στην οποία θα πήγαινε λέγεται Μάτζεστερ και βρίσκεται στην Αγγλία.
Το τελευταίο του βράδυ πριν το ταξίδι με το αεροπλάνο, είχε βγεί με φίλους και φίλες για να αποχαιρετηστούν. Παρόλαυτα, ένιωθε πολύ μπερδεμένος.
Εφτάσε αργά το βράδυ.
Ήταν εντελώς χαμένος μέσα στον εαυτό του.
Μία φωνή τον επανέφερε.
-Ε! Εσύ! Τι κάνεις εδώ; Καλά είσαι;
Ήταν η κοπελίτσα. Είχαν τελειώσει τη δουλειά, και επέστρεφε με την οικογένοια της σπίτι, να ξεκουραστούν μετα απο μια κουραστική νύχτα.
-Εεύ! Καλά εισαί;
Λατσχάς; λατσχάς; πάτε σπίτι;
Πού ειναι ο αδελφούλης σου;
-Δεν είναι εδώ, είναι αλλού απόψε. Ναί, πάμε πίσω σπίτι...δεν φαίνεσαι πολύ καλά...
-Όχι, όχι, εντάξει είμαι. Απλά φεύγω αύριο και σκέφτομαι.
-Φεύγεις αυριό; Που πάς;
-Μάτζεστερ.
-Πού είν'αυτό;
-Αγγλία, Αγγλία.
-ΠΩΩΩΩΩΩΩ, θα με πάρεις και μένα μαζί σου;
Τον ρώτησε με τσαχπινιάρικο ύφος.
-Δυστηχώς δεν γίνεται γλυκιά μου.
Της απάντησε χαμογελώντας.
-Άντε Αησέ! Πρέπει να φύγουμε!
Της φώναξε μια κυρία απο την ομάδα της.
-Πρέπει να φύγω.
-Χάρηκα πάρα πολύ που σε είδα, να είσαι καλά!
-Και εσύ!
Του είπε και έτρεξε προς την μητέρα της φωναζοντάς της.
- Τώρα μαμά, έρχομαι έρχομαι!
-Γεία σου!
Καληνύχτα!
Αλλάξαν αρκετά για τον πρώην πασαδόρο μας. Γνώρισε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους και υπήρξε σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις.
Πολλές φορές, ένιωθε πολύ πολύ μπερδεμένος. Μάθαινε και ξέχναγε διάφορα πράγματα και καποιες στιγμές έχανε την πίστη του στους ανθρώπους και τον εαυτό του.
Πέρασε αρκετός καιρός, ώσπου μια στιγμή έπρεπε να γυρίσει πίσω για κάποιο καιρό.
Το ήθελε.
Γύρισε λοιπόν πίσω στην Αθήνα και κάποια στιγμή πήγε να χαιρετήσει τους παλιούς του συνάδελφους στην παλιά ταβέρνα.
Χαιρετήθηκαν και ανταλλάξανε κουβέντες για πολλα και διάφορα θέματα.
Κάθως εφευγέ πρός άλλα μονοπάτια, άκουσε μια δυνατή μα γλυκιά φωνούλα.
-ΕεεεεεΕ! ΣΟΚΕΡΝΤεεΕΕΕ;
Ήταν το κοριτσάκι με τα τριαντάφυλλα.
-Πού'σαι σύ! Λατσχάς! Λατσχάς!
Της απάντησε ο πρώην πασαδόρος μας.
-ΕεεεΈ αφεντικό! Καλά καλά;
Ήταν το αγοράκι με το μπαγλαμαδάκι.
-Ά ρε τίγρη!
Του απάντησε ο πρώην πασαδόρος μας.
Είναι ωραίο, ενδιαάμεσα απο τα ανθρώπινα κύματα, να βλέπεις άτομα που ξέρεις και σε ξέρουν παρά τις αποστάσεις στον χώρο και χρόνο. Είναι ωραίο ότοι ανάμεσα στις γενικέυσεις του μηδενισμού και τις εξειδικέυσεις του απειρισμού δημιουργούνται σχέσεις. Θυμάσαι ότι παρά την κούραση, τα λάθη και τις απογοητεύσεις, έν τέλη τίποτα δεν πήγε χαμένο.
Και η Ζωή συνεχίζεται.