Θέλω να πίω αίμα.
Θέλω να γεμίσω με την βαριά, πικρόγλυκη
σιδερένια κόκκινη του γεύση.
Να τραβήξει η βαρύτητα του
όλη μου την προσοχή.
Όλη η θερμοκρασία του σωματός,
όλη η υπερδιέργεση πάει σε όλα
τα άκρα μου και τα ξυπνά και τα τραβά
και απο εκεί πάει μετά
στο κεφάλι, στα αυτία,
στη μύτη, στα μάτια.
Να γουρλώσουν τα μάτια μου
και να χαμογελώ μανιακά
τρίζωντας τους αιχμηρούς κυνόδοντες ακονιζωντάς τους
με τα υπόλοιπα δόντια μου.
Το βλέπω όλα, τα μυρίζω όλα,
τα γεύομαι όλα, δεν ακούω τίποτα,
μόνο το στατικό ήχο, το βόμβο.
Η συγκέντρωση φεύγει και απο εκεί
και πάει όλη στα χείλη,
τη γλώσσα και τα δόντια.
Μεταλλική γεύση,
όλα τα υπόλοιπα είναι αδιάφορα.
Το λαμπύρισμα φεύγει απο τα μάτια
και το κεφάλι δε βουίζει πια,
το χαμόγελο σβήνει και το στόμα κλείνει.
Στιγμή που απολύτως τίποτα άλλο
δεν έχει πια σημασία.
Μόνο αυτό, μόνο το αίμα.
Τελικά είναι ανάγκη;
Είναι νόστιμο ή εθισμός;
-Τι κάνεις εκεί;
-Προσπαθώ να μη πιώ αίμα.
-Όχι, όχι, χαχαχαχά!!!
Μη πίεις αίμα,
πιές καλύτερα αυτό!
Χαχαχά!